17.7.09

Οι ξετσίπωτοι γυφτογύφτουλες....

Βουλευτές χρεώνουν τα ένσημα στη Βουλή
Χαριστική ρύθμιση σε νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομίας επαναφέρει το προ ασυμβιβάστου καθεστώς
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΓΡ. ΤΖΙΟΒΑΡΑΣ Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009
Αναδρομικό «ρουσφέτι», προκειμένου να εξασφαλίσουν διπλή σύνταξη για τους εαυτούς τους, ετοιμάζουν οι βουλευτές οι οποίοι, εφόσον επιλέξουν να μην ασκούν κανένα επάγγελμα, θα «χρεώνουν» τις εισφορές τους στη Βουλή. Με ειδική διάταξη που περιελήφθη σε νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομίας επανέρχεται σε ισχύ παλαιότερη ρύθμιση σύμφωνα με την οποία οι ασφαλιστικές εισφορές τις οποίες υποχρεούνται να καταβάλουν οι βουλευτές για τις επαγγελματικές δραστηριότητες που είχαν προτού εκλεγούν θα επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό της Βουλής. Πρόκειται για ρύθμιση η οποία εφαρμόστηκε κατά την πενταετία 2003-2008 οπότε ίσχυσε το επαγγελματικό ασυμβίβαστο που καθιερώθηκε με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Το ασυμβίβαστο όμως ήρθη με τη νέα αναθεώρηση του Συντάγματος που ολοκληρώθηκε πριν από έναν χρόνο, οπότε με επιμονή του Προέδρου της Βουλής κ. Δ. Σιούφα αποφασίστηκε, παρά τις διαμαρτυρίες ορισμένων συναδέλφων του, η Βουλή να πάψει από την 1η Αυγούστου 2008 να επιβαρύνεται με τις εισφορές των βουλευτών, οι οποίοι μπορούσαν πλέον ελευθέρως να ασκούν το επάγγελμά τους. Το Κοινοβούλιο όμως διευκολύνοντας τα μέλη του εξακολούθησε να καταβάλλει τις αναλογούσες εισφορές, παρακρατώντας τα σχετικά ποσά από τη μηνιαία αποζημίωσή τους. Ο κ. Σιούφας ωστόσο φαίνεται να άλλαξε άποψη αφού, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου (επειδή προφανώς η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομίας δεν ήθελε να αναλάβει την ευθύνη μιας τέτοιας απόφασης), υπέβαλε «έγγραφη πρόταση» προς το υπουργείο για να προωθηθεί η χαριστική ρύθμιση, την οποία με χθεσινή του ανακοίνωση χαρακτηρίζει «σωστή και δίκαια». Επικαλείται την «άρση της ανισότητας» μεταξύ εκείνων που επέλεξαν να ασκήσουν το επάγγελμά τους και εκείνων που δεν σκοπεύουν να «επιστρέψουν» στην προηγούμενη εργασία τους. Στους τελευταίους, δε, θα επιστραφούν τα ποσά που τους παρακρατήθηκαν κατά τον τελευταίο χρόνο και στο εξής το σύνολο των εισφορών τους θα καταβάλλεται από την ίδια τη Βουλή, εις τρόπον ώστε όσοι συμπληρώνουν τετραετή κοινοβουλευτική θητεία που είναι ο ελάχιστος χρόνος για να θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης, λόγω της βουλευτικής ιδιότητας, να μπορεί να λαμβάνουν απρόσκοπτα- και με έξοδα του Κοινοβουλίου- τη δεύτερη σύνταξη. Η επίμαχη ρύθμιση προβλέπει ότι αναδρομικά από τότε που καταργήθηκε η προηγούμενη υποχρέωση της Βουλής, δηλαδή από την 1.8.2008, «θα καταβάλλονται από τον προϋπολογισμό του Κοινοβουλίου οι ασφαλιστικές εισφορές στους αναγνωρισμένους, δημόσιους ή ιδιωτικούς, φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας, για όσους από τους βουλευτές επιλέγουν μετά την κατάργηση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου τη μη χρήση του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματός τους». Στην εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου αποφεύγεται να γίνει ρητή αναφορά στην οικονομική επιβάρυνση που θα επιφέρει στον προϋπολογισμό η εν λόγω ρύθμιση, με τον ισχυρισμό ότι «η δαπάνη αυτή εξαρτάται από πραγματικά γεγονότα», όπως ο «αριθμός των βουλευτών» και «οι φορείς ασφάλισης». Ωστόσο στην εισηγητική έκθεση αναφέρεται ότι «πολλοί βουλευτές» επέλεξαν να μην ασκήσουν το επάγγελμά τους, «τελούντες σε κατ΄ ουσίαν αναστολή άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας». Εκτιμήσεις κοινοβουλευτικών κύκλων αναφέρουν ότι με εξαίρεση έναν μικρό αριθμό ιατρών και δικηγόρων ελάχιστοι ήταν οι υπόλοιποι βουλευτές που «επέστρεψαν» στις εργασίες τους. Σε ό,τι αφορά την επιβάρυνση που θα έχει ο προϋπολογισμός της Βουλής κατά τις ίδιες εκτιμήσεις υπολογίζεται ότι θα προσεγγίζει τις 500.000 ευρώ ετησίως, με βάση όσα ίσχυαν κατά την περίοδο που εφαρμόστηκε το ασυμβίβαστο.