10.4.12
Για φαί στο Χαλάνδρι, part 2
8.2.12
Για φαί στο Ν. Ψυχικό, μέρος 3ο
Sao Paolo, photo από εδώ
Κρίθαμος, photo από εδώ26.1.12
Για φαί στο Ν. Ψυχικό, μέρος 2ο

Adamo: Πριν κλείσουμε για καλοκαίρι –αχ ωραίες εποχές τότε- κανονίσαμε ένα αποχαιρετιστήριο προδιακοπικό ποτάκι μετά τη δουλειά με φίλες και μετά από τα πολλά ποτάκια είπαμε να φάμε και τίποτις. Δυστυχώς διαλέξαμε το Adamo στην περαντζάδα του Ν. Ψυχικού διότι κρίναμε από το «εξώφυλλο» ότι ήταν όμορφο, δεν είχε πολύ κόσμο και φαινόταν δροσερό εν μέσω ιουλιάτικου θέρους.
Απ’ έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα που λένε, όχι δηλαδή ότι το φαγητό ήταν κακό, αν και η Νανά ορκίζεται ότι το ριζότο που πήρε ήταν μάλλον πιλάφι, αλλά δεν υπήρχε καμία αντιστοιχία αποτελέσματος – τιμής. Φάγαμε και χορτάσαμε – 3 μεγαλοκοπέλες: μία πίτσα μαργαρίτα, μία νιόκι με ντομάτα, μια σαλάτα και το προαναφερθέν ριζότο με τρούφα- αλλά το απολαύσαμε; No. Δικαιολογούμε την τιμή, κάπου 30€ έκαστη (με 3 μπύρες επιπλέον); No. Θα ξαναπάμε; Nonono….
photo από εδώ26.11.11
Άρτος και θεάματα #3 Damien Hirst & μπιφτέκια στο Malvazia
"Diamond Skull" από εδώ
Πριν από μερικές εβδομάδες πήγα στο Μπενάκη να δω την έκθεση New Religion του Damien Hirst. Τώρα έργα του εν λόγω καλλιτέχνη έχω δει πολλά και σε διάφορα μουσεία και η τεράστια επιτυχία του δεν παύει ποτέ να με εκπλήσσει: είναι ο ορισμός του case study για καλλιτεχνική καθιέρωση μέσω ενός ολοκληρωμένου publicity & pr προγράμματος, ή απ’ τ’ ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα. Ειλικρινά το πιστεύω, είναι σοοοο υπερτιμημένος, όχι ότι δεν έχει φαν η τέχνη του αλλά η καλλιτεχνική και οικονομική αξία που της αποδίδεται παραπάει.
Η έκθεση περιλαμβάνει ένα περιορισμένο αριθμό έργων, γι’ αυτό άμα πας take your time, χάζεψε τα ονόματα των φαρμάκων και τα εδάφια της Βίβλου με τα οποία συνδέονται, ψάξε να βρεις τι θέλει να πει ο καλλιτέχνης με τους σταυρούς, τις καρδιές, τις νεκροκεφαλές και τα πολυτελή υφάσματα, ανακάλυψε την κατά Hirst τελική έξοδο ή απλά μπορείς να κρυφακούσεις τις παπάντζες άλλων επισκεπτών που προσπαθούν να δικαιολογήσουν την επίσκεψή τους μέχρι εκεί κάτω για μια έκθεση μίας αίθουσας, θυμάμαι κάτι αντίστοιχο είχαμε πάθει και στον Κουνέλη @ Bernier Eliades, η έκθεση περιλάμβανε 5-6 πίνακες και καμία επεξήγηση, ούτε ένα φυλλάδιο, ούτε καν φύλακα στο χώρο!
Τεσπα, μιας και ήταν Παρασκευή απογευματόβραδο, είπαμε να φάμε κάπου εκεί πέρα και να μη γυρίσουμε από νωρίς σπίτι, οπότε βρήκαμε το πιο κοντινό εστιατόριο – ακριβώς στο πίσω μέρος του μουσείου – και μπήκαμε έτσι απλά, χωρίς κράτηση, χωρίς τίποτα, πάνε οι παλιές εποχές που για να φας έξω Παρασκευή έπρεπε να κάνεις κράτηση 2-3 μέρες πριν στην καλύτερη.
Malvazia: καθαρές γραμμές και στιβαρή, λίγο butch αισθητική
Το εστιατόριο λέγεται Malvasia και η πρώτη εντύπωση ήταν πολύ καλή: έχει καλαίσθητη σάλα και τζαμαρία που ανοίγει, περιποιημένα τραπέζια, το κάπνισμα επιτρέπεται όλα καλά! Η καρδούλα μου σφίχτηκε λίγο πάντως μόλις είδα αρμόνιο και μικρόφωνο σε μια γωνίτσα, το πολύ εξυπηρετικό προσωπικό μας ενημέρωσε όμως ότι το πρόγραμμα -αρτιστίκ για να εξηγούμαστε- ξεκινάει μετά τις 10 οπότε και θα είχαμε σίγουρα φύγει.
Το καλωσόρισμα του σεφ περιλάμβανε 2 είδη ντιπ, ένα με λαχανικά κι ένα με γιαούρτι- μουστάρδα καθώς και ξεροψημένο ψωμάκι, τα οποία εξαφανίστηκαν πριν καν παραγγείλουμε μιας και το μουσείο μας είχε ανοίξει την όρεξη! Επίσης και οι μπύρες που ήπιαμε στο καφέ του Μουσείου παρέα με τη Ρηνούλα, πρέπει να είχαν συνεισφέρει στο άνοιγμα αυτό.
Τι δοκιμάσαμε: Εγώ πήρα το μπιφτέκι γαλοπούλας το οποίο ήταν απλό και νόστιμο και συνοδευόταν από καταπληκτικές πατάτες φούρνου, ψημένες με τη φλούδα αλλά πολύ τρυφερές, λίγες όμως, θα έτρωγα και πιατέλα. Ο Γιάννης πήρε το σολομό και ήταν καλός λέει, τον πιστεύω, εγώ ούτε να τον πλησιάσω. Πήραμε και μια σαλατούλα για τα μάτια του κόσμου, ρόκα με σπανάκι, ντοματίνια και προσούτο. Μαζί με το κρασί πληρώσαμε γύρω στα 60€ νομίζω both, which was decent σχετικά.
Κατά τις 10 ήρθε και η τραγουδίστρια οπότε ήταν ώρα να την κάνουμε γι’ αλλού, γι’ αυτό αν το αποφασίσεις chose πριν τις 10 για ένα ήσυχο δείπνο και μετά τις 10 για λίγο έντεχνο, έθνικ και συμπάθεια.
27.7.11
Για φαί στο Γκάζι
Mamaca’s: Το Mamaca’s ήταν ένα από τα 2 εστιατόρια που πήγα φέτος και απαγορευόταν το κάπνισμα! Δεν το χάρηκα καθόλου, αλλά αφού βρέθηκα εκεί και πάλι στο άσχετο με λίγες επιλογές για φαγητό, είπα να το δοκιμάσω, τόσα χρόνια άλλωστε πέρναγα απ’ έξω και όλο παραδίπλα πήγαινα. Anyway, το φαγητό είναι πολύ decent αλλά ακριβούτσικο. Από ορεκτικό έφαγα ντάκο με μυκονιάτικο τυρί και από κυρίως τα φιλετάκια στη σχάρα, όλα καλά αλλά χωρίς να δικαιολογούν, τουλάχιστον έτσι νομίζω, δεν μαγειρεύω κιόλας, τις υψηλές τιμές. Το μαγαζί πάντως είναι ομορφούλικο και το πολύ λευκό ντεκόρ σε συνδυασμό με την περαντζάδα σου δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε νησάκι.

Dirty Ginger: Είχα περάσει άπειρες φορές απέξω κι όταν το πλήρωμα του χρόνου με έβαλε και στο μέσα δεν το μετάνιωσα καθόλου! Ωραίος χώρος και ωραία μουσική, ωραία ποτάκια και νόστιμο φαγητό! Από ορεκτικά δεν θυμάμαι να προτείνω, αλλά από κυρίως μου έχει μείνει το τσοπ σούι που έφαγε ο Γρηγόρης, δηλαδή ψιλοκομμένο χοιρινό με μυρωδικά και καραμελωμένα κρεμμύδια στο γουόκ, το ψαρονέφρι με μουστάρδα που έφαγα εγώ και τα διάφορα σουβλάκια που πήραμε στη σέντρα, όλα ήταν καλά μόνο το κοντοσούβλι μας ξενέρωσε. Για κερασάκι μετά από τόση κρεατίλα πήραμε Πάβλοβα και ήταν από τις καλές, φρέσκια και αφρατούλα, αν δεν κρεμόντουσαν και σαν τα σταφύλια από πάνω μας οι υπόλοιποι πελάτες όταν πίναμε το ποτάκι μας προκειμένου να χωνέψουμε θα μου είχε μείνει πολύ καλύτερη αίσθηση.
Ήθελα να γράψω και για το Das Bier και για το Brothel που πήγα το χειμώνα, αλλά έμαθα ότι έκλεισαν, πάνε κι αυτοί…
6.7.11
Για ρακή ολούθε και πανταχόθεν και με τις μπάντες και με τα μπούνια!
Τον τελευταίο καιρό έχω κολλήσει με τη ρακή και τα κρητικά μεζεκλίκια. Όλα ξεκίνησαν μετά από μία επίσκεψη στην έκθεση ΕΡΩΣ που έπαιξε πέρσι στο Μουσείο Μπενάκη. Τα πολλά «πικάντικα» που είδαμε εκεί μας άνοιξαν την όρεξη κι αποφασίσαμε να πάμε για τσιμπολόγημα στο Ρακάκι στην Καισαριανή. Ή μάλλον όχι! Όλα ξεκίνησαν από τον έρωτα της Αγάπης με τον Μανώλη, ο οποίος ως γνήσιο κρητικάτσι μπήκε στην παρέα μας ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΗΡΘΕ Ο ΕΡΩΤΑΣ…για τη ρακή! Από τότε πρέπει να έχω πάει σε καμιά 10αριά διαφορετικά ρακάδικα και να έχω πιει καμιά 10αριά τόνους από το διάφανο αυτό ποτάκι, το οποίο μοιάζει με την αγαπημένη μου βότκα αλλά λόγω καψίματος και μικρών γουλιών δε βαράει το ίδιο κατακέφαλα, άσε που δεν οδηγεί και σε hangover, ρουκέτες κι όλα τα παρελκόμενα. Anyway, στο Ρακάκι, θα φας καλά και με λίγα λεφτά πίνοντας τη ρακή σου σε στρουμφοπότηρο. Τι θα φας; Εγώ τα κλασικά κρητικά τύπου στάκες, γαμοπίλαφα, σαλιγκάρια και τέτοια ούτε που να τα πλησιάσω, αλλά τα πράσινα καλτσουνάκια, τον ντάκο, τους αμανίτες, τα ντολμαδάκια, τις τσικαλοπατάτες, τα απάκια κι όλα τα σχετικά τα τρώω λες και δεν υπάρχει αύριο ή κοιλιά ή πιθανότητα να φορέσω μπικίνι και κοντό μπλουζάκι (never again σου λέω). Το Ρακάκι είναι σούπερ, ειδικά το καλοκαίρι που μπορείς να κάτσεις στον μικρό εξωτερικό χώρο (πάρε τηλ για κράτηση οπωσδήποτε) και οι ιδιοκτήτες του δεν χάνουν την υπομονή τους με την παρέα σου, ούτε ρίχνουν αλάτι πίσω από την πλάτη σου, ακόμα κι αν το παίξεις αρμένικη βίζιτα και κλείσεις 5άωρο στο μαγαζί τους. Το πιο πιθανό είναι να κάτσουν κι αυτοί στο τραπέζι σου (έτσι λέει ο μύθος) και να σε ποτίσουν μέχρι το αίμα σου από κόκκινο να γίνει ρακίσιο και να τους αδειάσεις τη γωνιά τρικλίζοντας.
30.5.10
Για “Braziliano” φαί στα Ιλίσια, στον Κίτρινο Σκίουρο
photo από εδώΈχουν περάσει κάμποσοι μήνες από τότε, δεν θα μπορούσα όμως να μην αναφερθώ στο πρώτο «βραζιλιάνο» που επισκέφτηκα επί ελληνικού εδάφους.
Λοιπόν το μαγαζάκι απέξω δείχνει αρκετά φτωχό, το εσωτερικό του όμως είναι κουκλίστικο, πολύχρωμο και ιδιαίτερα ζεστό, και λίγο στριμωχτό θα έλεγα.
Το φαί δεν είναι τίποτα τρελό, μοιάζει κάπως προκάτ ειδικά τα ορεκτικά που φάγαμε, μια ποικιλία τηγανητών από κοτόπουλο μέχρι ρίζες λαχανικών, κεφτεδάκια και πιττάκια. Όχι ότι ήταν άγευστα αλλά δεν αναδύανε και βραζιλιάνικο αέρα (κάτι ανάμεσα σε lime και καϊπιρίνια, φρούτα του πάθους και καφέ για μένα, δηλαδή). Για κυρίως δοκίμασα ένα τύπου stew μοσχαριού με μπέικον, σταφίδες και κρασένια σάλτσα, που ήταν καλύτερο αλλά χωρίς καμιά απογείωση. Ο Γιάννης δε θυμάμαι τι έφαγε, πάντως και οι δύο ήπιαμε και βραζιλιάνα μπίρα με τη βοήθεια βραζιλιάνικου σέρβις I think.
Οι τιμές είναι κάπως αυξημένες σε σχέση με την ποιότητα αλλά βραζιλιάνικο δεν ήθελες? Το κάπνισμα επιτρέπεται, το παρκινγκ όμως είναι δύσκολο πρότζεκτ στην εν λόγω περιοχή. Δεν μπορώ να πω ότι θα ξαναπήγαινα, αξίζει τον κόπο μόνο αν μένεις κοντά, οπότε what the f*ck, go for it.
Για φαί στο Μαρούσι, στο Whispers of Wine
Για το καλύτερο italiano στο Μαρούσι είχα γράψει πέρσι εδώ. Στο ίδιο γειτονικό τρίγωνο με το Pausa και το Eleven, βρίσκεται και το Whispers of Wine, ένα κομψούλι ρετρό μαγαζάκι με ντελικάτα πιάτα και εκλεπτυσμένες γεύσεις, ότι πρέπει για τη συνοδεία πλούσιων βαθυκόκκινων cabernet και μεθυστικών syrah ή ότι άλλο είδος κρασιού προτιμάτε τελοσπάντων.
Η μεγάλη ποικιλία κρασιών σερβίρεται και σε ποτήρι για τους φίλους των δοκιμών και του mix&match, ενώ η κάρτα του φαγητού οδηγεί σε σιελόρροια και μόνο με την ανάγνωση του περιγραφόμενου μενού.
Από ορεκτικά δοκιμάσαμε το «Ναπολεών καπνιστής μελιτζάνας με λευκό σουσάμι, καρεδάκι μαριναρισμένης ντομάτας, μούς από κατίκι Δομοκού και λάδι Αγιορείτικου βασιλικού» δηλαδή ένα τύπου μιλφέιγ γαμάτο πιάτο -και φαντάσου ότι δεν μου αρέσει η μελιτζάνα- καθώς και την «τραγανή τάρτα με dixel μανιταριών, φρέσκια ντομάτα , γκρατιναρισμένο κατσικίσιο τυρί και κρέμα από μεσογειακά μυρωδικά», επίσης mouthwatering, τώρα βέβαια μη ρωτήσεις τι είναι το dixel, ούτε που θυμάμαι. Από κυρίως πήρα το «Ριζότο (κλασικά) με κρασί Barbera D’ Asti , άγρια μανιτάρια του δάσους κάστανο και λάδι λευκής τρούφας», κι απ’ ότι θυμάμαι το καθάρισα το πιάτο, γι’ αυτό και δεν έπαιξε περιθώριο για γλυκό (δυστυχώς).
Το μαγαζί είναι τοσοδούλικων διαστάσεων, με λίγα τραπέζια και καναπεδάκια οπότε καλύτερα να κάνετε κράτηση άμα αποφασίσετε να ανηφορήσετε. Το κάπνισμα πάντως επιτρέπεται, έχει και πούρα μου φαίνεται στα treats του.
Οι τιμές είναι τσιμπημένες και εντάσσονται στο ευρύτερο κοψοχρονίδιο της γειτονιάς, ενώ ο κόσμος είναι λίγο μεγαλύτερης ηλικίας, 40 + θα έλεγα. Το σέρβις ήταν διακριτικό και άμεσο ενώ το προσωπικό πολύ εξυπηρετικό.
Το συστήνω για ρομαντικά tete-a-tete ή εξομολογητική έξοδο για μέχρι 4 φίλες (που δεν γκαρίζουν) το πολύ.






